βορός

Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 230 μ., 49 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πεδιάδος του νομού Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Γουβών.
* * *
βορός, -ά, -όν (Α)
ο λαίμαργος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βορός προήλθε πιθ. με απόσπαση από σύνθετα σε -βορος (πρβλ. δημοβόρος, βλ. και λ. βορά)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βορός — gluttonous masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βορόν — βορός gluttonous masc acc sg βορός gluttonous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βορώτατα — βορός gluttonous adverbial superl βορός gluttonous neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βορώτατον — βορός gluttonous masc acc superl sg βορός gluttonous neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοροί — βορός gluttonous masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βορούς — βορός gluttonous masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βορωτάτη — βορός gluttonous fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βορωτάτου — βορός gluttonous masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βορωτάτῳ — βορός gluttonous masc/neut dat superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βορῶς — βορός gluttonous adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.